Αξιότιμη κυρία Βουλευτά
Τους τελευταίους μήνες, στα πλαίσια της προώθησης ανοίγματος των – λεγομένων – κλειστών επαγγελμάτων, έχει αναπτυχθεί ένας έντονος δημόσιος διάλογος γύρω από το επάγγελμα του φαρμακοποιού. Έχουν ακουστεί πολλές απόψεις από ειδικούς και μη, θεσμικούς παράγοντες, δημοσιογράφους και άλλους, καλλιεργώντας ένα κλίμα στην κοινή γνώμη ότι δήθεν το επάγγελμα του φαρμακοποιού είναι μέσα σ’ αυτά τα κλειστά επαγγέλματα και πρέπει να απελευθερωθεί, προς το συμφέρον, υποθέτουμε, του κοινωνικού συνόλου, της οικονομίας της χώρας και της δημόσιας υγείας.
Η αγορά φαρμάκου είναι μια από τις πλέον ελεγχόμενες και ρυθμιζόμενες αγορές της οικονομίας με αυστηρούς ελέγχους για την ασφάλεια και τη δραστικότητα των φαρμάκων, νομοθεσίες για τις πατέντες των νέων φαρμάκων, κανονισμούς για τις τιμές των φαρμακευτικών προϊόντων και πλήθος άλλων πολιτικών για την προστασία και τον έλεγχο της προσφοράς και ζήτησης φαρμάκων.
Η φαρμακευτική αγορά εμφανίζει ατέλειες. Ο ασθενής έχει περιορισμένη ικανότητα να δράσει ως αυτόνομος οικονομικός παράγων λόγω ασυμμετρίας πληροφόρησης μεταξύ χρήστη και προμηθευτή. Η ζήτηση είναι τετρατομημένη, καθώς ο γιατρός συνταγογραφεί, ο ασθενής καταναλώνει, ο φαρμακοποιός διαθέτει (και στις περιπτώσεις των Μη Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων προτείνει), ενώ κάποιος τρίτος (το κράτος ή κάποιο ασφαλιστικό ταμείο) πληρώνει μέρος ή το σύνολο του κόστους. Καθώς, κατά την στιγμή της κατανάλωσης, ούτε ο ασθενής που καταναλώνει ή ο γιατρός που συνταγογραφεί χρειάζεται να λάβει υπόψη του το οικονομικό κόστος, σύμφωνα με αρκετούς οικονομολόγους μπορεί να αναπτυχθεί το φαινόμενο, του «ηθικού κινδύνου» (moral hazard) και κανείς από τους δύο να μην κάνει οικονομικές επιλογές (να διαλέξει δηλαδή την πλέον αποτελεσματική θεραπεία με το χαμηλότερο κόστος).
Κατά την υλοποίηση των ρυθμιστικών πολιτικών η εξισορρόπηση των επιμέρους διαστάσεων της πολιτικής υγείας πρέπει επίσης να λάβει υπόψη της την ανάγκη συγκερασμού των αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των παραγόντων που θα εφαρμόσουν ή θα υποστούν τις πολιτικές, ήτοι το κράτος, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, οι υπηρεσίες υγείας, οι επαγγελματικοί φορείς (ιατροί και φαρμακοποιοί) και οι καταναλωτές.
Στο πνεύμα των παραπάνω, είναι αντιληπτό ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός και η πλήρης απελευθέρωση είναι αδύνατον να λειτουργήσει στην αγορά φαρμάκου και για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκδώσει οδηγία, την 123/2006 (οδηγία Μπολκενστάιν), η οποία εξαιρεί ρητά και σαφώς τις υπηρεσίες υγείας, άρα και τα φαρμακεία από την υποχρέωση απελευθέρωσης αγαθών και υπηρεσιών και αφήνει στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους-μέλους να θέσει το πλαίσιο λειτουργίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες και τις ειδικές συνθήκες ενός εκάστου. Επιπλέον δυο πρόσφατες (2010) αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (υποθέσεις C 570/07 – C571/07 και C393/08) σαφώς τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας του φαρμακείου, ορίζοντας τα φαρμακεία ως χώρους παροχής υγείας και όχι ως απλά εμπορικά καταστήματα
Οι θέσεις του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, στα σημεία που έχουν τεθεί από την πλευρά του Υπουργείου Υγείας είναι οι εξής: